Παραδοσιακά Επαγγέλματα

 Σύμη

Σύμη, Μερκούρης Τσακίρης - Μεταφορές με γαϊδουράκια

Εδώ και 30 χρόνια μεταφέρω κάθε λογής πράγμα με γαϊδουράκια …! Τα παλιά τα χρόνια η μετακίνηση προϊόντων ήταν δύσκολη και η διακίνηση των προϊόντων με τα ζώα ήταν ο κυρίαρχος τρόπος μεταφοράς, μέχρι να γενικευτεί η χρήση του κάρου και του φορτηγού αυτοκινήτου. Έτσι λοιπόν ξεκίνησα κι εγώ μόνος μου τη διακίνηση προϊόντων στο μικρό νησί της Σύμης.

Μετέφερα κυρίως οικοδομικά υλικά και έφτανα μέχρι τις πιο δύσβατες περιοχές του νησιού εκεί που έχει πολλά σκαλιά και ανηφοριές και εκεί που κανένα φορτηγό δεν έφτανε…! Μέσα σ’ αυτά τα χρόνια έχω κουβαλήσει τα υλικά για την κατασκευή τουλάχιστον 150 σπιτιών ενώ σιγά-σιγά κατάφερα να αγοράσω και δικά μου ζώα.

Με την πάροδο του χρόνου το επάγγελμα μας παρακμάζει, καθώς δεν υπάρχει πια η ανάλογη ζήτηση, αφού έχουν ανακαλυφθεί νέα μέσα για την μεταφορά και έχουν γίνει δρόμοι σχεδόν σε όλα τα σημεία. Σήμερα ο αριθμός των συναδέλφων μου έχει μειωθεί στους τρεις και από εκεί που όλο το νησί ήταν γεμάτο γαϊδουράκια, τώρα έχουν μείνει μόνο λιγοστά ζώα. Κάθε μέρα που ξημερώνει ωστόσο, συνεχίζω να κάνω με το ίδιο μεράκι τη δουλειά μου...

Σύμη, Τάσος Αναστασιάδης - Καμπανοποιία
Ο κύριος Τάσος ή αλλιώς «Καμπανοποιός του Αιγαίου», είναι ένας από τους έξι εναπομείναντες καμπανοποιούς της Ελλάδας. Η παράδοση ξεκίνησε επί Τουρκοκρατίας και συγκεκριμένα το 1863 όταν ο παππούς του, Αναστάσιος, ίδρυσε το χυτήριο της οικογένειας Αναστασιάδη. Με τα χρόνια το καμπανοποιείο πέρασε στα χέρια του πατέρα του, Δημήτρη, ενώ μέχρι πρόσφατα το λειτουργούσε ο ίδιος, ο οποίος παρέδωσε με τη σειρά του τα ηνία στο γιο του Φιλήμονα.

«Είναι μία δύσκολη δουλειά» μας υπογραμμίζει ο κύριος Τάσος, ο οποίος μέχρι και σήμερα παρά τα 84 του χρόνια εξακολουθεί να βοηθάει και να δίνει τις πολύτιμες οδηγίες του στον γιο του. «Όταν ακούσεις για πρώτη φορά τον ήχο της καμπάνας, συνειδητοποιείς πως όλη η κούραση και οι θυσίες άξιζαν τον κόπο».

Το πρώτο στάδιο της κατασκευής τους αποτελεί την προετοιμασία ειδικών καλουπιών, τα οποία είναι φτιαγμένα από κεραμίδι και χώμα μέσα στα οποία οι καμπανοποιοί ρίχνουν ένα μείγμα χαλκού (80%) και κασσίτερου (20%), τα οποία στη συνέχεια ψήνονται μέσα σε ξυλόφουρνο. Το μείγμα παίζει καθοριστική σημασία στο τελικό αποτέλεσμα, καθώς εάν θέλουμε η καμπάνα να έχει βαρύτονο ήχο, τότε αυξάνομε το ποσοστό του χαλκού και αντίστοιχα όταν θέλουμε υψίτονο ήχο, αυξάνουμε τον κασσίτερο. Οι χειροποίητες καμπάνες ζυγίζουν περίπου από 8 μέχρι 150 κιλά. Υπάρχουν και εξαιρέσεις βέβαια, όπως για παράδειγμα η καμπάνα της Μονής του Πανορμίτη Σύμης, την οποία κατασκεύασε ο πατέρας του και είναι βάρους 750 κιλών.

Σήμερα βλέπει τη δουλειά του να συρρικνώνεται χρόνο με το χρόνο και αυτό οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι τα καμπαναριά γίνονται όλο και πιο λιτά. Συνάμα οι σύγχρονοι καμπανοποιοί χρησιμοποιούν τυποποιημένα καλούπια και έτσι η τέχνη του παραδοσιακού χειροποίητου καμπανοποιού εξαφανίζεται.
Σύμη, Γιάννης Πατσάκης - Φανοποιός, Κατασκευές από Λαμαρίνες
Ο Γιάννης Πατσάκης γεννήθηκε στη Ρόδο και από μωρό πήγε στη Σύμη από όπου και κατάγεται. Από μικρό παιδάκι θυμάται τον εαυτό του να κάθεται με τις ώρες στο παραδοσιακό εργαστήρι του παππού του και να παρατηρεί την κάθε του κίνηση. Το παραδοσιακό εργαστήριο φανοποιείας λειτουργεί εδώ και τρεις γενιές, αφού και ο παππούς του Γιάννη επίσης, έμαθε την τέχνη από τον δικό του παππού, ο οποίος άνοιξε επίσημα το εργαστήριό του το 1954.

Σήμερα, ο Γιάννης διατηρεί το εργαστήριο και αναλαμβάνει την κατασκευή φαναριών κάθε μεγέθους, φαναριέρες για το καντήλι, απλίκες φανάρια, καθώς και τα παραδοσιακά «Φαναράκια της Λαμπρής» που ανάβουν το Πάσχα. Επίσης, κατασκευάζει και καμάκια για τους ψαράδες αλλά και τη «Γυάλα για το Ψάρεμα», η οποία είναι μία γυάλα από λαμαρίνα με γυάλινη βάση για να έχουν ορατότητα οι ψαράδες. Πάντα όμως προτεραιότητα έχουν οι παραγγελίες, οι οποίες μπορεί να είναι μπρίκια, δίσκος του καφέ, κουτάκια για τον καφέ και τη ζάχαρη ή ακόμα και καθρέπτες.

Οι πρώτες ύλες που χρησιμοποιεί στις κατασκευές του είναι κατά βάση η λαμαρίνα, ο μπρούτζος, τζάμια (απλά ή χρωματιστά) και το καλάι, μαλακός και εύπλαστος κασσίτερος που βοηθάει στη συγκόλληση των λαμαρινών. Πάντα δουλεύει χωρίς ρεύμα, χρησιμοποιώντας ως εργαλεία την ανοιχτή φωτιά, το σφυρί και το ξύλινο σφυρί, την λεγόμενη «Ματσόλα». Όλα τα κομμάτια είναι μοναδικά, γιατί βασίζονται στην έμπνευση και την καλλιτεχνία του Γιάννη.

Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένα τέτοιο παραδοσιακό επάγγελμα είναι η τεχνολογία και οι μαζικές κινέζικες παραγωγές, οι οποίες από την μία έχουν ελκυστικές τιμές, αλλά από την άλλη δεν έχουν καλή ποιότητα και καλλιτεχνική ταυτότητα. Παρ’ όλα αυτά ο Γιάννης Πατσάκης συνεχίζει να ασκεί αυτό το επάγγελμα, χωρίς να λαμβάνει ικανοποιητικές οικονομικές απολαβές, γιατί το έχει αγαπήσει και τον εκφράζει, αλλά πάνω απ’ όλα γιατί έχει δεθεί συναισθηματικά με το επάγγελμα που έμαθε από τον παππού του.
Η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για την ευκολία της περιήγησης. Με τη χρήση της αποδέχεστε αυτόματα την χρήση των cookies. Περισσότερα  
Αποδοχή cookies