Παραδοσιακά Επαγγέλματα

 Μύκονος

Μύκονος, Ιωάννα Ζουγανέλη - Υφαντουργία
Θυμάμαι τον εαυτό μου από παιδί, ανάμεσα στον αργαλειό και την ανέμη. Η Μυκονιάτικη οικονομία έχει στηριχθεί για αιώνες στα υφαντά των γυναικών της και άλλων τέτοιων τύπου χειροτεχνιών.

Η οικογένεια – γιαγιά, μητέρα, κόρη – μετέδιδε σε κάθε γενιά τα μυστικά των υφαντών. Ανήκω στην κατηγορία του «στενού αργαλειού» και νομίζω ότι ξεχωρίζω για τον πλούσιο συνδυασμό χρωμάτων με βαμβακερά, μάλλινα και μεταξωτά νήματα.

Θυμάμαι την μητέρα μου να παίρνει τον μπόγο με τα υφαντά που φτιάχναμε και να ταξιδεύει στα γύρω νησιά για να τα πουλήσει.

Εγώ με τις αδελφές μου ξεκινήσαμε με ένα μικρό μαγαζί με αργαλειούς στην περιοχή της Σκάρπας (Μικρή Βενετία). Την ένδοξη δεκαετία του ‘60-‘70 κάθε τουρίστας έφευγε τουλάχιστον με ένα γυναικείο δημιούργημα από το νησί μας.

Ο κύκλος των εργασιών του αργαλειού που δούλεψα, ξεκίναγε από το κούρεμα των προβάτων τον Μάιο ενώ μετά πλέναμε, βάφαμε και στρίβαμε το νήμα που ήταν έτοιμο τελικά το καλοκαίρι. Χειμώνα - καλοκαίρι υφαίναμε ζωνάρια, κουρτίνες, τραπεζομάντιλα, σεντόνια, κουβέρτες και όλα τα νοικοκυριά του σπιτιού. Για τον ρουχισμό, υφάσματα για φούστες, πουκαμίσες, ταγάρια, εσάρπες και τσάντες. Με αυτά φτιάξαμε τα προικιά μας. Και έτσι γύρω από τη ζωή του αργαλειού περνούσε ο κύκλος της κάθε χρονιάς.

Ο αργαλειός άρχισε να σβήνει σαν παράδοση στα τέλη της δεκαετίας του ‘70. Σήμερα έχουμε μείνει μόνο δύο άτομα ενεργά ως υφάντρες. Εμείς προσπαθούμε να κρατάμε την παράδοση και να δημιουργήσουμε ομάδες εκμάθησης της τέχνης μας, για να συνεχιστεί στις επόμενες γενιές.
Μύκονος, Μιχάλης Κουνάνης (Μπαμπέλης) - Τσαμπουνιέρης και κατασκευαστής Τσαμπούνας

Είμαι το 11ο παιδί της οικογένειάς μου, γεννημένος το 1936 στην Μαού της Άνω Μεράς στην Μύκονο. Ξεκίνησα να παίζω τσαμπούνα (ή σαμπούνα για τους Μυκονιάτες) από 7 χρονών, γιατί πάντα υπήρχε τσαμπούνα και ντουμπάκι στο σπίτι μας. Άκουγα τους μεγαλύτερους να παίζουν και προσπαθούσα κι εγώ να μάθω. Τελειώνοντας το σχολείο, πήγα στην Αθήνα και φοίτησα σε σχολή μηχανικών, αλλά στο τέλος με κέρδισε η οικοδομή. Την τσαμπούνα την είχα όμως πάντα μαζί μου και με κάθε ευκαιρία στήναμε πολύ ωραία γλέντια στις οικοδομές που δούλευα.

Την Πρωτοχρονιά πηγαίναμε και λέγαμε τα μυκονιάτικα κάλαντα σε σπίτια Μυκονιατών και στο καφενείο που σύχναζαν οι Μυκονιάτες στα Σεπόλια. Τις Απόκριες και την Καθαρά Δευτέρα πηγαίναμε στο Καματερό στην ταβέρνα του Μανάρα και γλεντούσαμε με τους πατριώτες μας και τις οικογένειές τους.

Όταν πήρα σύνταξη, ξαναγύρισα στην Μύκονο μαζί με την γυναίκα μου κι εκεί μαζί με τον Λευτέρη Σικινιώτη (Καντενάσο) που έπαιζε ντουμπάκι, αρχίσαμε να πηγαίνουμε στα παραδοσιακά πανηγύρια του νησιού μας, κάνοντας τον κόσμο να διασκεδάζει και να χορεύει ως το πρωί.

Η τσαμπούνα κατασκευάζεται μόνο από φυσικά υλικά, όπως είναι το δέρμα της κατσίκας, το καλάμι και το κέρατο της αγελάδας. Η επεξεργασία του δέρματος περνάει από πολλές διαδικασίες μέχρι να φτάσει στο τελικό αποτέλεσμα να είναι άσπρο και καθαρό. Τότε, είναι έτοιμο να προσαρμόσουμε πάνω του την σκάφη που γίνεται από χοντρό καλάμι και τα τσαμπουνάκια (μπιμπίκια) που γίνονται από πολύ λεπτό καλάμι και είναι αυτά που βγάζουν τον ήχο όταν φυσάμε την τσαμπούνα. Στην άκρη της σκάφης θα μπει το κέρατο της αγελάδας που λειτουργεί σαν φυσικό χωνί που κατευθύνει τον ήχο.

Η τσαμπούνα για να είναι έτοιμη, πρέπει να παιχτεί πολλές-πολλές φορές και χρειάζεται καλή παρέα και καλό κρασί για να γίνει ένα καλό όργανο.

Η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για την ευκολία της περιήγησης. Με τη χρήση της αποδέχεστε αυτόματα την χρήση των cookies. Περισσότερα  
Αποδοχή cookies